ηχητικός

ηχητικός
η , ό[ν]
1) звонкий, звучный, гулкий; 2) звуковой; производящий или проводящий звук;

ηχητική αγωγιμότης — звукопроводность;

ηχητικό κβμα — звуковая волна;

ηχητικό σήμα — звуковой сигнал;

ηχητική συσκευή — акустическая установка, эхолот;

3) усиливающий звук;

§ ηχητική ταινία — звуковой фильм


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ηχητικός" в других словарях:

  • ἠχητικός — sounding masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηχητικός — ή, ό (AM ἠχητικός, ή, όν [ηχώ] αυτός που παράγει ήχο, ηχηρός, ηχογόνος («ηχητικά κύματα») νεοελλ. 1. αυτός που ενισχύει τον παραγόμενο ήχο («ηχητικό κιβώτιο») 2. αυτός που γίνεται με τη βοήθεια τού ήχου («ηχητική βυθομέτρηση» η μέτρηση τού βάθους …   Dictionary of Greek

  • ηχητικός — ή, ό 1. αυτός που παράγει ήχο: Ηχητικά όργανα. 2. αυτός που έχει σχέση με τον ήχο: Ηχητικά κύματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἠχητικά — ἠχητικός sounding neut nom/voc/acc pl ἠχητικά̱ , ἠχητικός sounding fem nom/voc/acc dual ἠχητικά̱ , ἠχητικός sounding fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχητικώτερον — ἠχητικός sounding adverbial comp ἠχητικός sounding masc acc comp sg ἠχητικός sounding neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχητικῶν — ἠχητικός sounding fem gen pl ἠχητικός sounding masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχητικόν — ἠχητικός sounding masc acc sg ἠχητικός sounding neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κουδούνι (ηλεκτρικό) — Ηχητικός μηχανισμός. Αποτελείται βασικά από έναν μεταλλικό κώδωνα, που τίθεται σε παλμική κίνηση από τις κρούσεις ενός πλήκτρου, το οποίο με τη σειρά του ενεργοποιείται από έναν ηλεκτρομαγνήτη. Το κ. χρησιμοποιείται ως συσκευή σηματοδότησης. Τα… …   Dictionary of Greek

  • ἠχητικαί — ἠχητικός sounding fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχητικοῖς — ἠχητικός sounding masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχητικοί — ἠχητικός sounding masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»